Μετάφραση του "Braid" σε Ελληνικά
Οι Πλεξούδα, περιτύλιξη, πλεξίδα, πλέκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Braid" σε Ελληνικά.
Braid
-
Πλεξούδα, περιτύλιξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Braid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
braid
adjective
verb
noun
γραμματική
(obsolete) (transitive) To make a sudden movement with, to jerk. [..]
-
πλεξίδα
feminineweave of three or more strands
The garlic is braided by hand, just like hair is.
Η πλέξη εκτελείται χειρωνακτικά, όπως σε μια πλεξίδα μαλλιών.
-
πλέκω
verbto intertwine
You braid it together, it makes it even stronger.
Εάν το πλέξεις μαζί, το κάνεις ακόμα ισχυρότερο.
-
πλεξούδα
noun feminineLook, the tree's burnt and I found her braid.
Κοίτα, το δέντρο είναι καμένο και βρήκα την πλεξούδα της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοτσίδα
- πλόκαμος
- κορδέλα
- αναπλέκω
- ζυμώνω
- πλέγμα
- τρέσα
- γαλόνι
- σειρίτι
Εικόνες με "Braid"
Φράσεις παρόμοιες με "Braid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πλεξούδας φωσφορούχου ορείχαλκου
-
επένδυση, θωράκιση πλεξούδας
-
τρέσα
-
Πλέγμα υαλοβάμβακα
-
Πλεξούδας φωσφορούχου ορείχαλκου
-
τρέσα
-
πλεκτός ιμάντας
-
πλεκτός, πολύκλωνος αγωγός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη