Μετάφραση του "Briton" σε Ελληνικά

Οι Βρετανός, Βρετανή, Βρεττανή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Briton" σε Ελληνικά.

Briton noun adjective γραμματική

An inhabitant of Great Britain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βρετανός

    noun proper masculine

    inhabitant of Great Britain

    The famous Briton who kills his own people.

    Ο διαβόητος Βρετανός που σκοτώνει τους συμπατριώτες του.

  • Βρετανή

    noun feminine

    inhabitant of Great Britain

    I swear my father has suffered every ailment an overstuffed Briton can endure, from gout to dropsy.

    Τον πατέρα μου ταλαιπώρησαν όλες οι ασθένειες των καλοταϊσμένων Βρετανών από ποδάγρα μέχρι υδρωπικία.

  • Βρεττανή

    noun feminine

    inhabitant of Great Britain

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Βρεταννός
    • Εγγλέζος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Briton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Briton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη