Μετάφραση του "Brook" σε Ελληνικά

Οι ρυάκι, ανέχομαι, ποταμάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brook" σε Ελληνικά.

Brook proper

A surname for someone living by a brook. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brook " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"Brook" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Brook στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

brook verb noun γραμματική

(transitive, obsolete, except in Scots) To use; enjoy; have the full employment of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυάκι

    noun neuter

    A small stream or rivulet, commonly swiftly flowing in rugged terrain, of lesser length and volume than a creek; especially a stream that issues directly from the ground, as from a spring or seep, or that is produced by heavy rainfall or melting snow.

    If you go with the others, they'll show you where to watch them jump the brook.

    Αν πάτε με τους άλλους, θα σας δείξουν που να πάτε να τους δείτε να πηδάνε το ρυάκι.

  • ανέχομαι

    verb

    I don't brook that sort of thing in my home.

    Δεν ανέχομαι αυτά τα πράγματα στο σπίτι μου.

  • ποταμάκι

    noun neuter

    The first sound you hear of a brook curling over some rocks, with trout jumping.

    Τον πρώτο ήχο που ακούς από ένα ποταμάκι.. που κυλάει πάνω σε βράχους, με τις πέστροφες να πηδούν.

  • ρέμα

    They told me the Maldonado brook passes this way

    Κάπου εδώ δεν είναι το ρέμα του Maldonado

Εικόνες με "Brook"

Φράσεις παρόμοιες με "Brook" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brook" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη