Μετάφραση του "Brush" σε Ελληνικά

Οι Ψήκτρα, βούρτσα, βουρτσίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brush" σε Ελληνικά.

Brush
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ψήκτρα

    GFE — Brush, dermabrasion

    GFΕ — Ψήκτρα, δερμαπόξεση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brush " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

brush verb noun γραμματική

An implement consisting of multiple more or less flexible bristles or other filaments attached to a handle, used for any of various purposes including cleaning, painting, and arranging hair. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούρτσα

    noun feminine

    implement

    If it was voodoo, they could've stolen a comb or a brush to get hair.

    Αν ήταν βουντού θα είχαν κλέψει μια χτένα ή βούρτσα.

  • βουρτσίζω

    verb

    to clean (with a brush) [..]

    But no, I was too busy brushing my hair.

    Aλλ ά όχι, ήμουν απασχολημένη να βουρτσίζω τα μαλλιά μου.

  • βούρτσισμα

    noun neuter

    act of brushing

    Brushes used in brush washing should be cleaned frequently.

    Οι βούρτσες που χρησιμοποιούνται για την πλύση με βούρτσισμα θα πρέπει να καθαρίζονται συχνά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουρά
    • βάφω
    • θαμνότοπος
    • λόχμη
    • χρωματίζω
    • πινέλο
    • ψήκτρα
    • τρίβω
    • Πινέλο
    • επαφή
    • αψιμαχία
    • σκουπίζω
    • προστριβή
    • αγγίζω
    • ακουμπώ
    • δασύλλιο
    • καυγαδάκι
    • κινούμαι
    • συστάδα δέντρων

Εικόνες με "Brush"

Φράσεις παρόμοιες με "Brush" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βούρτσα
  • αγνοώ · αμελώ · παραβλέπω
  • General and sweeping in scope but lacking in detail and finesse
  • βούρτσισμα
  • εκλεπτύνω · εξευγενίζω · ξεσκονίζω · υπενθυμίζω · φρεσκάρω
  • βούρτσα από τρίχωμα ζώου
  • ξεσκόνισμα · φρεσκάρισμα
  • πινέλο φωτογραφίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brush" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη