Μετάφραση του "Buddhist" σε Ελληνικά
Οι βουδιστής, βουδιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Buddhist" σε Ελληνικά.
Buddhist
adjective
noun
γραμματική
A practitioner of the religion and philosophy of Buddhism. [..]
-
βουδιστής
noun masculineIn protest, another Buddhist monk has burned himself to death.
Στη ένδειξη διαμαρτυρίας, άλλος ένας βουδιστής μοναχός πυρπολήθηκε.
-
βουδιστικός
adjectiveFacing the front door, you see a plain Buddhist altar.
Στην μπροστινή πόρτα, φαίνεται ένας απλός βουδιστικός βωμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Buddhist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Buddhist"
Φράσεις παρόμοιες με "Buddhist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βουδιστικός
-
βουδιστικό δίκαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη