Μετάφραση του "Bulk" σε Ελληνικά

Οι σε μεγάλη Ποσότητα, χύμα, χονδρικώς, όγκος, πλειονότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bulk" σε Ελληνικά.

Bulk
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σε μεγάλη Ποσότητα, χύμα, χονδρικώς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bulk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bulk adjective verb noun γραμματική

Size, mass or volume. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όγκος

    noun masculine

    The bulk of agricultural expenditure will fall in real terms.

    Ο μεγάλος όγκος των γεωργικών δαπανών θα μειωθεί σε πραγματικούς όρους.

  • πλειονότητα

    noun feminine

    We are building quite a broad consensus on the bulk of the proposals contained in my report.

    Διαμορφώνουμε αρκετά ευρεία συναίνεση για την πλειονότητα των προτάσεων που περιλαμβάνονται στην έκθεσή μου.

  • όγκος/το μεγαλο μερος απο κατι

    👍''the bulk of'' agricultural expenditure will fall (μειωθει) in real terms.(σε πραγματικους ορους)

  • πλειοψηφία

    noun feminine

    This accounts for the bulk of recent price increases.

    Αυτό εξηγεί τις μεγάλες πρόσφατες αυξήσεις τιμών στη μεγάλη πλειοψηφία.

Φράσεις παρόμοιες με "Bulk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bulk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη