Μετάφραση του "Busy" σε Ελληνικά

Οι Απασχολημένος, Κατειλημμένος, πολυάσχολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Busy" σε Ελληνικά.

Busy

An item on the user's My Status menu. This is a status the user can select to indicate that they are currently busy.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απασχολημένος

    An item on the user's My Status menu. This is a status the user can select to indicate that they are currently busy.

    Tom is busy preparing for his trip.

    Ο Tom είναι απασχολημένος με την προετοιμασία του ταξιδιού του.

  • Κατειλημμένος

    My business takes up most of my time.

    Η επιχείρησή μου καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Busy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

busy adjective verb noun γραμματική

Doing a great deal; having a lot of things to do in the space of time given [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυάσχολος

    adjective masculine

    doing a great deal

    Yeah, I need a personal assistant now that I'm a busy celebrity.

    Xρειάζομαι βοηθό τώρα που είμαι διάσημος και πολυάσχολος.

  • απασχολημένος

    adjective masculine

    Pertaining to time when a person is already scheduled for another task and is not available.

    Tom is busy preparing for his trip.

    Ο Tom είναι απασχολημένος με την προετοιμασία του ταξιδιού του.

  • ασχολούμαι

    verb

    Speaking of minding one's own business, let's talk roommate ground rules.

    Mιλώντας ο καθένας με το να ασχολείται με τα δικά του θέματα, ας μιλήσουμε για τους κανόνες συγκατοίκισης

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απασχολώ
    • γεμάτος
    • κατειλημμένο
    • πολυσύχναστος
    • πολυπράγμων
    • πολύβουος
    • φορτωμένος

Φράσεις παρόμοιες με "Busy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Busy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη