Μετάφραση του "CUSTOMER" σε Ελληνικά

Οι πελάτης, πελάτισσα, παραγγελιοδότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "CUSTOMER" σε Ελληνικά.

customer noun γραμματική

a patron; one who purchases or receives a product or service from a business or merchant, or plans to [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πελάτης

    noun masculine

    one who purchases or receives a product or service [..]

    Tom is a good customer.

    Ο Τομ είναι ένας καλός πελάτης.

  • πελάτισσα

    noun feminine

    one who purchases or receives a product or service

    A customer came asking for a dress to attend and I could not help it.

    Ήρθε μια πελάτισσα που ήθελε ένα φόρεμα για το δείπνο και δεν την εξυπηρέτησα.

  • παραγγελιοδότης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " CUSTOMER " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Customer
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πελάτης

    Tom is a good customer.

    Ο Τομ είναι ένας καλός πελάτης.

Εικόνες με "CUSTOMER"

Φράσεις παρόμοιες με "CUSTOMER" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "CUSTOMER" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη