Μετάφραση του "Cabin" σε Ελληνικά

Οι Καμπίνα, θάλαμος, καμπίνα, καλύβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cabin" σε Ελληνικά.

Cabin
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καμπίνα, θάλαμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cabin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cabin verb noun γραμματική

(US) A small dwelling characteristic of the frontier, especially when built from logs with simple tools and not constructed by professional builders, but by those who meant to live in it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καμπίνα

    noun feminine

    a private room on a ship

    Many eyes were wet with tears as they returned from the cabin.

    Πολλά μάτια ήσαν υγρά με δάκρυα καθώς επέστρεφαν από την καμπίνα.

  • καλύβα

    noun feminine

    But this time, your cabin is equipped with girls and beer.

    Απλά, αυτή την φορά η καλύβα σου, θα είναι γεμάτη κορίτσια και μπύρα.

  • καλύβι

    Yeah, my grandpa's cabin.

    Ναι στo καλύβι τoυ παππoύ μoυ.

  • θάλαμος επιβατών

Εικόνες με "Cabin"

Φράσεις παρόμοιες με "Cabin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cabin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη