Μετάφραση του "Calling" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, κλήση, σύγκληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Calling" σε Ελληνικά.

calling noun verb γραμματική

Present participle of call. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    But if a man's character is his fate, this fight is not a choice but a calling.

    Αν όμως μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας, ο αγώνας δεν είναι επιλογή αλλά επάγγελμα.

  • κλήση

    noun feminine

    I anticipated a new calling or a formal interview of some kind.

    Περίμενα μια νέα κλήση ή κάποια επίσημη συνέντευξη.

  • σύγκληση

    noun

    Mr. Ambassador, I understand you had retired before this conference was called.

    'Εμαθα ότι είχατε πάρει σύνταξη πριν από τη σύγκληση της συνδιάσκεψης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απασχόληση
    • κλίση
    • λειτούργημα
    • καριέρα
    • θεία αποστολή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Calling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Calling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Calling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη