Μετάφραση του "Canadian" σε Ελληνικά

Οι καναδικός, Καναδός, Καναδέζος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Canadian" σε Ελληνικά.

Canadian adjective noun proper γραμματική

Person from Canada. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καναδικός

    adjective masculine

    of or pertaining to Canada

    I thought the Canadian army needed men of experience.

    Νόμιζα πως ο καναδικός στρατός ήθελε έμπειρους στρατιώτες.

  • Καναδός

    noun proper masculine

    The problem is you're not Canadian.

    Το πρόβλημα είναι ότι δεν είσαι Καναδός.

  • Καναδέζος

    noun proper masculine

    Are you sure I'm the only Canadian here?

    Είσαι σίγουρος ότι είμαι ο μοναδικός Καναδέζος εδώ;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καναδέζικος
    • Καναδή
    • Καναδέζα
    • Καναδή or Καναδέζα
    • Καναδός or Καναδέζος
    • καναδική or καναδέζικη
    • καναδικό or καναδέζικο
    • καναδικός or καναδέζικος
    • καναδική
    • καναδικό
    • καναδέζικο
    • καναδέζικη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Canadian " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

canadian
+ Προσθήκη

"canadian" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το canadian στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Canadian"

Φράσεις παρόμοιες με "Canadian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Canadian" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη