Μετάφραση του "Capital" σε Ελληνικά

Οι Κεφαλαίος, κεφάλαιο, πρωτεύουσα, κεφάλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Capital" σε Ελληνικά.

Capital noun

a book written by Karl Marx (1867) describing his economic theories [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κεφαλαίος, κεφάλαιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Capital " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

capital adjective noun γραμματική

(uncountable) (economics) Already-produced durable goods available for use as a factor of production, such as steam shovels (equipment) and office buildings (structures). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτεύουσα

    noun feminine

    πρωτεύουσα μιας διοικητικής περιοχής (χώρα, πολιτεία, νομός,περιφέρεια, κομητεία κτλ) [..]

    Every country has a capital city.

    Κάθε χώρα έχει μια πρωτεύουσα.

  • κεφάλαιο

    noun neuter

    money and wealth [..]

    Contributions towards capital increases are not normally taxed.

    Οι εισφορές για αυξήσεις του κεφαλαίου κατά κανόνα δεν φορολογούνται.

  • κιονόκρανο

    noun neuter

    uppermost part of a column

    17 The capital on top of each pillar had mesh network with wreathed chains;+ seven for the one capital and seven for the other capital.

    17 Το κιονόκρανο κάθε στύλου είχε ένα πλέγμα με στριφτές αλυσίδες,+ εφτά για το ένα κιονόκρανο και εφτά για το άλλο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κεφαλαιώδης
    • κεφαλαίος
    • κεφαλαίο
    • ιδιοκτησία
    • Κεφάλαιο
    • μητρόπολη
    • θανατικός
    • κύριος
    • κεφαλαία
    • κεφαλαίο γράμμα
    • Κιονόκρανο
    • βασικός
    • μεγάλος
    • εξαίρετος
    • έδρα κυβέρνησης

Φράσεις παρόμοιες με "Capital" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Capital" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη