Μετάφραση του "Ceiling" σε Ελληνικά

Οι Οροφή, ταβάνι, ταβάνι, οροφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ceiling" σε Ελληνικά.

Ceiling
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οροφή, ταβάνι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ceiling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ceiling noun verb γραμματική

The surface that bounds the upper limit of a room. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταβάνι

    noun neuter

    upper limit of room

    Tom can touch the ceiling.

    Ο Τομ μπορεί να αγγίξει το ταβάνι.

  • οροφή

    noun feminine

    upper limit of room

    No ceiling is given for such levels as it might be interpreted as a generally tolerable value.

    Δεν παρέχεται οροφή γι'αυτές τις στάθμες καθώς ενδέχεται να ερμηνευθεί ως γενικά ανεκτή τιμή.

  • υψόμετρο

    noun neuter

    altitude

    We'd be sitter shots. Under that low ceiling.

    Θα είμαστε εύκολος στόχος σε τόσο χαμηλό υψόμετρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλαφόν
    • επιτρεπόμενο όριο
    • όριο
    • νταβάνι
    • Οροφή
    • ανώτατο όριο

Εικόνες με "Ceiling"

Φράσεις παρόμοιες με "Ceiling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ceiling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη