Μετάφραση του "Claim" σε Ελληνικά
Οι Απαίτηση, διεκδίκηση, διεκδίκηση, αξίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Claim" σε Ελληνικά.
-
Απαίτηση, διεκδίκηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Claim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A demand of ownership made for something (eg. claim ownership, claim victory). [..]
-
διεκδίκηση
femininedemand of ownership for previously unowned land
Our enemies will say anything to weaken your claim to the throne.
Οι εχθροί μας θα πουν οτιδήποτε για να σε αποδυναμώσουν στην διεκδίκηση του θρόνου.
-
αξίωση
noun femininedemand of ownership
After death, the marriage partners have no claim on each other or on their children.
Μετά θάνατον, οι σύντροφοι του γάμου δεν έχουν καμία αξίωση ο ένας στον άλλον ή στα παιδιά τους.
-
στοιχίζω
verb verb tr. νεκρούς, τη ζωή [+Γεν.]The EU has strongly condemned terrorist attacks by the PKK which have claimed many lives.
Η ΕΕ καταδίκασε έντονα τις τρομοκρατικές επιθέσεις του PKK που στοίχισαν τη ζωή πολλών ατόμων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ισχυρίζομαι
- ισχυρισμός
- διεκδικώ
- διεκδίκηση αποζημίωσης
- αγωγή
- αξιώνω
- απαιτώ
- απαίτηση
- αίτηση
- προφασίζομαι
- δηλώνω
- καταγγελία
- παράπονο
- αγωγή αποζημίωσης
- αναλαμβάνω (ευθύνη για κτ)
- διατείνομαι
- θερίζω
Φράσεις παρόμοιες με "Claim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είδος αξίωσης
-
δικαιούχος χρηματικής αξίωσης
-
παραίτηση από αξιώσεις
-
με το πρόσχημα
-
δυστύχημα
-
διεκδικώ το ηθικό έρεισμα · εμφανίζομαι ως υπερασπιστής τού δικαίου · ισχυρίζομαι ότι κατέχω τα πρωτεία τής ηθικής · κερδίζω τη μάχη τής ηθικής υπεροχής · παίρνω, διεκδικώ, αρπάζω το ηθικό πλεονέκτημα · παριστάνω το υπόδειγμα ηθικής · παριστάνω τον αδιάφθορο · προσποιούμαι ηθική ανωτερότητα
-
Ζήτημα της Αλαμπάμας
-
διεκδίκηση αποζημίωσης