Μετάφραση του "Clause" σε Ελληνικά

Οι Όρος, άρθρο, ρήτρα, όρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Clause" σε Ελληνικά.

Clause
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όρος, άρθρο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Clause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

clause verb noun γραμματική

(Can we clean up (+) this sense?) (grammar, informal) A group of two or more words which include a subject and any necessary predicate (the predicate also includes a verb, conjunction, or a preposition) to begin the clause; however, this clause is not considered a sentence for colloquial purposes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρήτρα

    noun feminine

    legal: separate part of a contract [..]

    Well, apparently, there was a clause in the original manufacturing contract that obligated them to do it.

    Προφανώς υπήρχε ρήτρα στο αρχικό κατασκευαστικό συμβόλαιο που τους υποχρέωνε να το κάνουν.

  • όρος

    noun masculine

    legal: separate part of a contract [..]

    A specific clause concerning this new requirement was included in the decisions to approve programmes.

    Στις αποφάσεις έγκρισης των προγραμμάτων, προστέθηκε ειδικά ένας όρος όσον αφορά την τήρηση αυτής της νέας υποχρεώσεως.

  • πρόταση

    noun feminine

    A revision clause to formalise this intention is inserted.

    Στην πρόταση έχει εισαχθεί μια ρήτρα αναθεώρησης για την επισημοποίηση της πρόθεσης αυτής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράγραφος
    • άρθρο
    • δευτερεύουσα πρόταση
    • κεφάλαιο

Φράσεις παρόμοιες με "Clause" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Clause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη