Μετάφραση του "Close" σε Ελληνικά

Οι Κλείσιμο, αδιέξοδο, κλείνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Close" σε Ελληνικά.

Close

An item on the Connect menu that closes the current window without signing the user out of Communicator.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλείσιμο

    An item on the Connect menu that closes the current window without signing the user out of Communicator.

    Close in on him!

    Κλείσιμο σε πάνω του!

  • αδιέξοδο

    noun adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Close " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

close adjective verb noun adverb γραμματική

(baseball, pitching) To make the final outs, usually three, of a game. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλείνω

    verb

    obstruct (an opening) [..]

    I'll close the door.

    Θα κλείσω την πόρτα.

  • κοντά

    adverb

    My house is close to the sea.

    Το σπίτι μου βρίσκεται κοντά στη θάλασσα.

  • κοντινός

    adjective masculine

    Someone close to me struggled with the same thing.

    Κάποιος κοντινός μου πάλευε με το ίδιο πράγμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στενός
    • τέλος
    • κλειστός
    • προσεκτικός
    • τερματίζω
    • κοντεύω
    • κολλητός
    • συγγενής
    • πλησιάζω
    • πλησίον
    • ισοδύναμος
    • ισόπαλος
    • κρυμμένος
    • κρυφός
    • λήξη
    • πέρας
    • γειτονικός
    • περατώνω
    • όμοιος
    • κοντινό
    • δεμένοι
    • αμφίρροπος
    • τραβώ
    • επίλογος
    • αδιαπέραστος
    • κλείνω συμφωνία
    • περαιώνω
    • σιμά

Φράσεις παρόμοιες με "Close" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Close" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη