Μετάφραση του "Commission" σε Ελληνικά
Οι Επιτροπή, επιτροπή, διάπραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Commission" σε Ελληνικά.
-
Επιτροπή
The Commission takes the view that the administrative structure that it has chosen best suits its management requirements.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διοικητική διάρθρωση την οποία επέλεξε αρμόζει περισσότερο στις ανάγκες διαχείρισης τις οποίες έχει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Commission " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A body or group of people, officially tasked with carrying out a particular function. Eg: The European Commission, The Electoral Commission, The Federal Communications Commission. [..]
-
επιτροπή
noun femininebody of officials [..]
The Commission takes the view that the administrative structure that it has chosen best suits its management requirements.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διοικητική διάρθρωση την οποία επέλεξε αρμόζει περισσότερο στις ανάγκες διαχείρισης τις οποίες έχει.
-
διάπραξη
noun femininethe act of committing
prejudice the investigation or facilitate the commission of crime.
να βλάψει την έρευνα ή διευκολύνει τη διάπραξη εγκλημάτων.
-
προμήθεια
Noun femininefee charged
The adoption of explicit commissions flows from the legal framework relating to the introduction of the euro.
Η εφαρμογή εμφανών προμηθειών απορρέει από το σχετικό με την εισαγωγή του ευρώ νομικό πλαίσιο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραγγελία
- παραγγέλλω
- αξίωμα
- αναθέτω
- αρμοστία
- επιφορτίζω
- θέτω σε λειτουργία
- υποχρέωση
- ανάθεση
- εντολή
- διορισμός
- αναθέτω παραγγελία
Εικόνες με "Commission"
Φράσεις παρόμοιες με "Commission" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνής ηλεκτροτεχνική επιτροπή
-
επιτροπή του ΟΗΕ
-
Ραδιοτεχνική επιτροπή ναυτιλιακών υπηρεσιών
-
Διεθνής επιτροπή για την προστασία από τις μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες
-
Επιτροπή των ευρωπαϊκών κοινοτήτων
-
Ομοσπονδιακή επιτροπή επικοινωνιών
-
Επιτροπή των ευρωπαϊκών κοινοτήτων
-
Εθνική επιτροπή τηλεπικοινωνιών