Μετάφραση του "Communion" σε Ελληνικά

Οι Θεία Κοινωνία, Κοινωνία, μέθεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Communion" σε Ελληνικά.

Communion proper noun

The sacrament of Holy Communion [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θεία Κοινωνία

    Proper noun feminine

    Although some people might say Communion is another form of ritualised cannibalism.

    Αν και κάποιοι λένε ότι η Θεία Κοινωνία είναι μια μορφή τελετουργικού κανιβαλισμού.

  • Κοινωνία

    feminine

    Each time we take Communion it strengthens our fighting spirit.

    Κάθε φορά που παίρνουμε Κοινωνία ενισχύει το μαχητικό πνεύμα μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Communion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

communion noun γραμματική

A joining together of minds or spirits. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέθεξη

    noun

    There is no dichotomy (either business or culture) but rather a communion which is of course balanced and reasonable.

    Δεν υπάρχει διχοτόμηση (επιχειρηματική δραστηριότητα ή πολιτισμός), αλλά μια μέθεξη, που είναι φυσικά ισόρροπη και ορθολογική.

  • κοινωνία

    noun feminine

    In communion we stuck relatively strict rules in some way.

    Στη μικρή μας κοινωνία επικρατούσαν κατά μια έννοια, σχετικά αυστηροί κανόνες.

  • επικοινωνία

    noun feminine

    Before the white man arrived, the first inhabitants of Patagonia, lived in communion with the cosmos.

    Πριν την άφιξη των λευκών, οι πρώτοι κάτοικοι της Παταγονίας, ζούσαν σε επικοινωνία με το σύμπαν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοινότητα
    • Κοινωνία
    • συμμετοχή
    • ψυχική ή πνευματική επαφή
    • μετάληψη
    • επαφή
    • συναναστροφή
    • σχέση
    • Θεία Ευχαριστία
    • Θεία Κοινωνία
    • Θεία Μετάληψη
    • κοινό φρόνημα

Εικόνες με "Communion"

Φράσεις παρόμοιες με "Communion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Communion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη