Μετάφραση του "Compound" σε Ελληνικά
Οι Σύνθετος, πρόσθετο, ένωση, σύνθετος, ένωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Compound" σε Ελληνικά.
-
Σύνθετος, πρόσθετο, ένωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Compound " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
an enclosure within which workers, prisoners, or soldiers are confined [..]
-
σύνθετος
adjective masculinecomposed of elements
It's no surprise that they've chosen a weapon to be a compound bow.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι επέλεξαν ως όπλο ένα σύνθετο τόξο.
-
ένωση
noun femininechemistry: substance made by chemical combination of elements [..]
Calcium sulphate is a chemical compound which is used in many different areas.
Το θειικό ασβέστιο είναι μια χημική ένωση που χρησιμοποιείται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς.
-
μίγμα
noun neuteranything made by combining several things
Because plastic is so good at leaching onto other substances, altering the compounds.
Γιατί το πλαστικό είναι τόσο καλό στην διείσδυση μέσα σε άλλες ουσίες, που τροποποιεί τα μίγματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνθέτω
- αναμιγνύω
- συγκρότημα
- περίβολος
- συμμιγής
- προσθέτω
- παρασκευάζω
- συμβιβάζω
- κράμα
- ενώνομαι
- συμφωνώ
- μιγνύω
- χημική ένωση
- αμάλγαμα
- εξάρτημα
- μείγμα
- συνδυάζω
- σύνθετο
- εγκατάσταση
- αυξάνω
- σχηματίζω
- εντείνω
- επιβαρύνω
- ανακατεύω
- αναμειγνύω
- διογκώνω
- εναρμονίζω
- χειροτερεύω
- περιτειχισμένη περιοχή
- σύνθετη λέξη
Φράσεις παρόμοιες με "Compound" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνθετο έγγραφο
-
οργανοαλογονούχος ένωση
-
Οργανικές ενώσεις με φωσφόρο
-
οργανοχλωριούχος ένωση
-
Ετεροκυκλικές ενώσεις · ετεροκυκλική ένωση
-
χημική ένωση
-
τασιενεργός ουσία
-
οργανοθειούχος ένωση