Μετάφραση του "Control" σε Ελληνικά

Οι Έλεγχος, έλεγχος, ελέγχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Control" σε Ελληνικά.

Control

Control (House episode)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έλεγχος

    Control of the placing on the market and use of controlled substances

    Έλεγχος της διάθεσης στην αγορά και της χρήσης ελεγχόμενων ουσιών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Control " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

control verb noun γραμματική

To exercise influence over, to suggest or dictate the behavior of, oversit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun masculine

    emotional restraint [..]

    Because there is a social obligation, so must there be state control.

    Επειδή υπάρχει κοινωνική δέσμευση πρέπει να υπάρχει και κρατικός έλεγχος.

  • ελέγχω

    verb

    to exercise influence over; to suggest or dictate the behavior of [..]

    He obviously controls equipment sophisticated enough to pirate a satellite.

    Προφανώς ελέγχει εξοπλισμό ικανό να κοντρολάρει τον δορυφόρο.

  • ρύθμιση

    noun feminine

    It covers the protection, management and control of these species and lays down rules for their exploitation.

    Έχει αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευσή τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξουσία
    • κυβερνώ
    • κυριαρχία
    • ρυθμιστής
    • κατέχω
    • διακόπτης
    • εξουσιάζω
    • κυβέρνηση
    • επαληθεύω
    • αναμένω
    • περιμένω
    • συγκράτηση
    • περιορισμός
    • λειτουργώ
    • εξασφαλίζω
    • εγκράτεια
    • ρυθμίζω
    • περιορίζω
    • κοντρολάρω
    • τιθασεύω
    • κουμαντάρω
    • χαλιναγώγηση
    • συγκρατώ
    • δαμάζω
    • κυβερνάω
    • νομή
    • ορίζω
    • καταστέλλω
    • εξακριβώνω
    • νόρμα
    • σιγουρεύω
    • διατάζω
    • μαεστρία
    • περιστέλλω
    • άσκηση εξουσίας
    • ασκώ έλεγχο σε
    • εκμεταλλεύομαι
    • θέτω υπό έλεγχο
    • κάνω (κπ) καλά
    • κυριαρχώ (επί) [+Γεν.], σε [+Αιτ.]
    • μαζεύω
    • μηχανισμός ελέγχου
    • πειθαρχώ
    • στοιχείο ελέγχου
    • χαλιναγωγώ

Εικόνες με "Control"

Φράσεις παρόμοιες με "Control" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Control" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη