Μετάφραση του "Convince" σε Ελληνικά
Οι πείθω, μεταπείθω, παίρνω με το μέρος μου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Convince" σε Ελληνικά.
convince
verb
γραμματική
To make someone believe, or feel sure about something, especially by using logic, argument or evidence. [..]
-
πείθω
verbI am convinced of her innocence.
Είμαι πεπεισμένος για την αθωότητα της.
-
μεταπείθω
verbI was hoping, right up until the last minute, that she could somehow convince you.
Ήλπιζα, μέχρι και το τελευταίο λεπτό, πως θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να σε μεταπείσει.
-
παίρνω με το μέρος μου
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Convince " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Convince" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πεπεισμένος
-
πειθώ · πειστικός
-
πείθω
-
αληθοφανέστερος · πειστικότερος
-
ήμουν σίγουρος πως ήσουν εσύ
-
πεπεισμένος
-
πεπεισμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη