Μετάφραση του "Cordless" σε Ελληνικά

Οι Ασύρματο, ασύρματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cordless" σε Ελληνικά.

Cordless
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασύρματο

    Let me bring the cordless phone to her room.

    Να πάω το ασύρματο τηλέφωνο στο δωμάτιό της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cordless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cordless adjective γραμματική

Having no cord; especially using batteries instead of mains electricity [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασύρματος

    noun adjective masculine

    επίθετο [..]

Εικόνες με "Cordless"

Φράσεις παρόμοιες με "Cordless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cordless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη