Μετάφραση του "Corfiot" σε Ελληνικά

Οι Κερκυραίος, κερκυραϊκός, κερκυραίικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Corfiot" σε Ελληνικά.

Corfiot adjective noun γραμματική

A person from Corfu. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κερκυραίος

    noun proper masculine

    male Corfiot

  • κερκυραϊκός

    adjective masculine

    relating to Corfu

  • κερκυραίικος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κερκυραϊκά
    • Κερκυραία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Corfiot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Corfiot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη