Μετάφραση του "Counterfeiter" σε Ελληνικά

Οι παραχαράκτης, πλαστογράφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Counterfeiter" σε Ελληνικά.

counterfeiter noun γραμματική

A person who counterfeits [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραχαράκτης

    noun m;f masculine;feminine

    a person who counterfeits [..]

    I discovered your boyfriend is a counterfeiter and a killer.

    Avακάλυψα ότι o φίλoς σoυ είvαι παραχαράκτης και δoλoφόvoς.

  • πλαστογράφος

    m;f masculine;feminine

    a person who counterfeits [..]

    A counterfeiter who has flooded the hospitals of Europe with counterfeit medicine.

    Ένας πλαστογράφος που πλημύρισε τα νοσοκομεία της Ευρώπης, με πλαστά φάρμακα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Counterfeiter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Counterfeiter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλαστό λογισμικό
  • απομίμηση
  • Απομιμητικό προϊόν
  • παραχάραξη
  • απατεώνας · απομίμηση · κίβδηλος · παραποίηση · παραποιώ · παραχαράζω · παραχαράκτης · παραχαράσσω · πλαστογράφημα · πλαστογράφος · πλαστογραφώ · πλαστός · υποκρίνομαι · ψευδεπίγραφος · ψεύτικος
  • που δεν πλαστογραφείται
  • παραχαράσσω · πλαστογραφώ
  • παραχαράσσω · πλαστογραφώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Counterfeiter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη