Μετάφραση του "Cover" σε Ελληνικά

Οι Κάλυμμα, καλύπτω, καλύπτω, κάλυψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cover" σε Ελληνικά.

Cover
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κάλυμμα, καλύπτω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cover " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cover adjective verb noun γραμματική

A lid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλύπτω

    verb

    This insurance is provided by six fisheries insurance associations covering the whole of Finland.

    Η ασφάλιση αυτή παρέχεται από έξι ενώσεις ασφάλισης της αλιείας που καλύπτουν ολόκληρη τη Φινλανδία.

  • κάλυψη

    noun

    They may not be used to cover current administrative, maintenance or operational expenditure.

    Δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τρεχουσών δαπανών διοικήσεως, συντηρήσεως και λειτουργίας.

  • κάλυμμα

    noun neuter

    They would have us over for dinner, but they had to do so under the cover of darkness.

    Μας προσκαλούσαν για φαγητό, αλλά αυτό έπρεπε να γίνεται υπό το κάλυμμα του σκοταδιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξώφυλλο
    • σκεπάζω
    • διασκευάζω
    • σκέπη
    • περιλαμβάνω
    • σκέπασμα
    • συγκαλύπτω
    • επικάλυψη
    • περικλείω
    • κρύβω
    • κουβέρ
    • σερβίτσιο
    • στέγη
    • ταχυδρομικός φάκελος
    • δέχομαι
    • προκάλυμμα
    • κουβέρτα
    • διασκευή
    • ασχολούμαι
    • σημαδεύω
    • κουκουλώνω
    • αμπρί
    • εκτείνομαι
    • επικαλύπτω
    • στρέφω
    • σκοπεύω
    • κάνω

Εικόνες με "Cover"

Φράσεις παρόμοιες με "Cover" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cover" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη