Μετάφραση του "Croat" σε Ελληνικά

Οι Κροάτης, κροατικά, κροατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Croat" σε Ελληνικά.

Croat noun proper γραμματική

from Croatia [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κροάτης

    noun masculine

    citizen of Croatia or person of Croatian ethnicity

    He is the only Croat wanted by the war crimes tribunal that has decided not to surrender

    Είναι ο μοναδικός Κροάτης που καταζητείται από το δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου, ο οποίος έχει αποφασίσει να μην παραδοθεί

  • κροατικά

    noun

    The old folk traditions of the Croats of Baranja are also closely intertwined with viticulture, wine-making and the production of ‘Baranjski kulen’.

    Τα παλιά κροατικά φολκλορικά έθιμα της Baranja συνδέονται στενά με την αμπελουργία και την οινοπαραγωγή και «Baranjski kulen».

  • κροατικός

    adjective

    The Croat population there has always favoured tight links with Croatia

    Ο κροατικός πληθυσμός εκεί έβλεπε πάντοτε με ευμένεια τους στενούς δεσμούς με την Κροατία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Croat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Croat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη