Μετάφραση του "Cross" σε Ελληνικά

Οι σταυρός, Νότιος Σταύρος, Δια-, εγκάρσιος, διασταυρούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cross" σε Ελληνικά.

Cross proper noun

A topographic surname for someone who lived near a stone cross on a road [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταυρός

    noun masculine

    You should see me with a white sheet over my head setting fire to a cross.

    Πού να με δεις με το σεντόνι στο κεφάλι να βάζω φωτιά σε σταυρούς.

  • Νότιος Σταύρος

  • Δια-, εγκάρσιος, διασταυρούμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cross " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cross adjective verb noun adposition γραμματική

A geometrical figure consisting of two straight lines or bars intersecting each other such that at least one of them is bisected by the other. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταυρός

    noun masculine

    gesture made by Christians [..]

    You should see me with a white sheet over my head setting fire to a cross.

    Πού να με δεις με το σεντόνι στο κεφάλι να βάζω φωτιά σε σταυρούς.

  • διασχίζω

    verb

    travel in a direction or path that will intersect with that another [..]

    Oh, there's one up here that crosses three states, right?

    Υπάρχει μια περιοχή εδώ που διασχίζει τρεις πολιτείες.

  • σταυρώνω

    verb

    mark with an X

    Sometimes I'll be sitting, and I'll look down, and they're crossed just like hers.

    Μερικές φορές, τις σταυρώνω ακριβώς όπως κι εκείνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διασταυρώνω
    • εγκάρσιος
    • υβρίδιο
    • διασταύρωση
    • θυμωμένος
    • σταυροκοπιέμαι
    • διαγώνιος
    • σέντρα
    • ματαιώνω
    • τραχύς
    • περνώ
    • διαβαίνω
    • δύστροπος
    • σκυθρωπός
    • γινόμενο
    • εμποδίζω
    • αγέλαστος
    • ανιαρός
    • άχαρος
    • περνώ απέναντι
    • Σταυρός
    • διέρχομαι
    • διασταυρωμένος
    • καλύπτω
    • διατρέχω
    • σταυρωτός
    • διασταυρώνομαι
    • οργισμένος
    • ανατρέπω
    • διαπλέω
    • Απομόνωση μεταξύ πολώσεων
    • Διασύνδεση, μικτονόμηση
    • Διαφασική διαμόρφωση
    • Διευκρίνιση μεταξύ πολώσεων
    • Μέτωπο μεταλλαγής πλατφόρμας
    • Παρεμβολή μεταξύ πολώσεων
    • Πολυαιθυλένιο διασταυρούμενης
    • ο σταυρός
    • οργώνω

Εικόνες με "Cross"

Φράσεις παρόμοιες με "Cross" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cross" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη