Μετάφραση του "Current" σε Ελληνικά

Οι Ρεύμα, Τρέχων, ισχύων, ρεύμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Current" σε Ελληνικά.

Current
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρεύμα

    Current is stronger than I thought it'd be.

    Το ρεύμα είναι δυνατότερο από ότι πίστευα.

  • Τρέχων, ισχύων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Current " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

current adjective noun γραμματική

The part of a fluid that moves continuously in a certain direction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρεύμα

    noun neuter

    tendency or a course of events [..]

    Well, they're not drawing much current, and they're far away.

    Λοιπόν, δεν τραβάνε πολύ ρεύμα, και είναι μακριά.

  • τρέχων

    adjective masculine

    existing or occurring at the moment [..]

    The current situation of the country isn't good.

    Η τρέχουσα κατάσταση της χώρας δεν είναι καλή.

  • τωρινός

    adjective masculine

    existing or occurring at the moment

    Which I would recommend, since there's every chance your current representation may be answering our questions himself.

    Το συνιστώ γιατί υπάρχει η πιθανότητα, ο τωρινός να απαντάει κι αυτός σε ερωτήσεις μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρών
    • εντάση
    • σύγχρονος
    • τάση
    • εν ενεργεία
    • ένταση
    • ισχύων
    • εκάστοτε
    • συνήθης
    • τρεχούμενος
    • άνεμος
    • διαδεδομένος
    • τελεύταιο
    • ηλεκτρικό ρεύμα
    • νυν

Εικόνες με "Current"

Φράσεις παρόμοιες με "Current" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Current" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη