Μετάφραση του "Cursor" σε Ελληνικά

Οι Δρομέας"ιχνηλάτης", δρομέας, κέρσορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cursor" σε Ελληνικά.

Cursor
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δρομέας"ιχνηλάτης"

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cursor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cursor verb noun γραμματική

A part of any of several scientific instruments that moves back and forth to indicate a position [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομέας

    masculine

    GUI: indicator of where the next insertation or other edit will take place [..]

    Move the cursor to get the desired number of sides

    Μετακινήστε το δρομέα έτσι ώστε να έχετε τον επιθυμητό αριθμό πλευρών

  • κέρσορας

    masculine

    And you might notice that as the cursor begins

    Και μπορεί να παρατηρήσεις ότι καθώς ο κέρσορας πλησιάζει

  • τρέχουσα ομάδα εγγραφών

    The point where you can insert text or graphics. It usually appears as a blinking vertical line.

Φράσεις παρόμοιες με "Cursor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δρομέας ποντικιού
  • έλεγχος δρομέα
  • αναβοσβήνων δρομέας
  • δημιουργία ειδικών εφέ τα οποία ενεργοποιούνται με την κίνηση του δρομέα πάνω στη σελίδα
  • τρέχουσα ομάδα εγγραφών πελάτη
  • ρυθμός εναλλαγής φωτεινότητας δρομέα
  • τύπος δεδομένων τρέχουσας ομάδας εγγραφών
  • δυναμική τρέχουσα ομάδα εγγραφών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cursor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη