Μετάφραση του "Cypriot" σε Ελληνικά
Οι Κύπριος, κυπριακός, Κύπρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cypriot" σε Ελληνικά.
A person from Cyprus. [..]
-
Κύπριος
noun masculinePerson from Cyprus [..]
Eight out of ten Cypriots received a euro calculator and found it very useful.
Οκτώ στους δέκα Κυπρίους έλαβαν ένα υπολογιστή για τη μετατροπή σε ευρώ και θεώρησαν ότι ήταν πολύ χρήσιμος.
-
κυπριακός
adjective masculineOf, from or relating to Cyprus [..]
During that time, it was of indispensable benefit to the Cypriot economy.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέβαλε αποφασιστικά στην κυπριακή οικονομία.
-
Κύπρια
noun proper femininePerson from Cyprus [..]
A Cypriot swimming gold medalist breaks another Paralympic record
Η Κύπρια κολυμβήτρια, βραβευμένη με χρυσά μετάλλια, σπάει ένα ακόμα Παραολυμπιακό ρεκόρ
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κυπριακό
- κυπριακή
- Κυπρία
- Κυπραίος
- Κυπριώτης
- κυπραίικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Cypriot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
κυπριακός
adjective masculineDuring that time, it was of indispensable benefit to the Cypriot economy.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέβαλε αποφασιστικά στην κυπριακή οικονομία.
Φράσεις παρόμοιες με "Cypriot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκκλησία της Κύπρου
-
ελληνικός καφές · κυπριακός καφές · τούρκικος καφές
-
Α ́ Εθνική ποδοσφαίρου Κύπρου
-
Τουρκοκύπριος
-
Κυπριακό κύπελλο ποδοσφαίρου
-
Ελληνοκύπριοι
-
Ελληνική Κυπριακή διάλεκτος