Μετάφραση του "DRESS" σε Ελληνικά

Οι φόρεμα, ντύνω, ντύνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "DRESS" σε Ελληνικά.

dress Verb verb noun adjective γραμματική

(countable) An item of clothing (usually worn by a woman or young girl) which covers the upper part of the body as well as below the waist. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φόρεμα

    noun neuter

    garment [..]

    The dress I like most is the black one.

    Το φόρεμα που μου αρέσει περισσότερο είναι το μαύρο.

  • ντύνω

    verb

    to clothe (something or somebody)

    Every day I dress her just as beautifully as if she was well.

    Κάθε μέρα την ντύνω τόσο όμορφα όσο όταν ήτανε καλά.

  • ντύνομαι

    verb

    to clothe oneself

    I don't have to dress up or learn stupid rules.

    Δεν πρέπει να ντύνομαι ή να μαθαινω ηλίθιους κανόνες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φουστάνι
    • ρούχα
    • ενδυμασία
    • ένδυμα
    • ενδύω
    • ενδύομαι
    • φοράω
    • περιβολή
    • αμφίεση
    • ετοιμάζω
    • ταχτοποιώ
    • ένδυση
    • στολίζομαι
    • δέχομαι
    • ντύσιμο
    • μεταμφιέζομαι
    • παρατάσσω
    • κλαδεύω
    • στοιχίζω
    • στολίζω
    • διακοσμώ
    • καλλωπίζομαι
    • λειαίνω
    • ξεκοιλιάζω
    • ξεψαχνίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " DRESS " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "DRESS"

Φράσεις παρόμοιες με "DRESS" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μπουτίκ
  • κοστούμι · φράκο
  • επίσημο πουκάμισο · καλό πουκάμισο · πουκάμισο
  • νυχτικιά · νυχτικό
  • φτιάχνω τα μαλλιά μου
  • φράκο
  • ενδυματολογικός κώδικας
  • βάζω τις φωνές · είμαι κακοντυμένος · επιπλήττω · κατσαδιάζω · μαλώνω · ντύνομαι απλά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "DRESS" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη