Μετάφραση του "Danish" σε Ελληνικά

Οι δανικά, δανικός, Δανικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Danish" σε Ελληνικά.

Danish adjective noun proper γραμματική

The language of Denmark [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανικά

    proper noun neuter n-p

    language [..]

    Swedish, Danish, Norwegian, English or a translation into one of those languages.

    Σουηδικά, δανικά, νορβηγικά, αγγλικά ή μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές

  • δανικός

    adjective masculine

    of Denmark

    Standing invitation to tender for the export of common wheat held by the Danish intervention agency

    Διαρκής δημοπρασία για την εξαγωγή μαλακού σίτου που κατέχει ο δανικός οργανισμός παρέμβασης

  • Δανικά

    Swedish, Danish, Norwegian, English or a translation into one of those languages.

    Σουηδικά, δανικά, νορβηγικά, αγγλικά ή μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δανέζικα
    • δανέζικος
    • δανική or δανέζικη
    • δανικό or δανέζικο
    • δανικός or δανέζικος
    • Δανός
    • Δανέζικα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Danish " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

danish noun γραμματική

Danish pastry, light sweet yeast-raised roll usually filled with fruit or cheese. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανέζικος

    adjective masculine

Εικόνες με "Danish"

Φράσεις παρόμοιες με "Danish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Danish" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη