Μετάφραση του "Deception" σε Ελληνικά

Οι Παραπλάνηση, απάτη, εξαπάτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Deception" σε Ελληνικά.

Deception
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παραπλάνηση

    Subject: Deception involving Turkish 50 kurus and one lira coins

    Θέμα: Παραπλάνηση από τα τουρκικά νομίσματα των 50 λεπτών και της 1 λίρας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Deception " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

deception noun γραμματική

An instance of actions and/or schemes fabricated to mislead and/or delude someone into errantly believing a lie or inaccuracy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάτη

    noun feminine

    instance of actions fabricated to mislead [..]

    They need us there to work the deception.

    Μας χρειάζονται εκεί για Να δουλέψει η απάτη.

  • εξαπάτηση

    noun feminine

    Gerund form of to deceive; tricking someone into believing a lie

    Perhaps it's not a deception at all, Love.

    Ίσως και να μην είναι καθόλου εξαπάτηση, Λοβ.

  • τέχνασμα

    noun

    Using deception and intimidation to make a name for himself.

    Χτίζει την φήμη του, με τεχνάσματα και εκφοβισμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατεργαριά
    • δόλος
    • ταχυδακτυλουργία

Φράσεις παρόμοιες με "Deception" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Deception" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη