Μετάφραση του "Decision" σε Ελληνικά

Οι Απόφαση, απόφαση, κρίση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Decision" σε Ελληνικά.

Decision
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απόφαση

    Tom couldn't understand why Mary had made that decision.

    Ο Τομ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε πάρει αυτήν την απόφαση η Μαίρη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Decision " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

decision verb noun γραμματική

A choice or judgement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόφαση

    noun feminine

    choice or judgement [..]

    Tom couldn't understand why Mary had made that decision.

    Ο Τομ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε πάρει αυτήν την απόφαση η Μαίρη.

  • κρίση

    noun feminine

    That is the decision which is contested in the present action.

    Πρόκειται για την απόφαση που προσβάλλεται στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.

  • συμπέρασμα

    noun

    We must be certain before making any rash decisions.

    Πρέπει να είμαστε σίγουροι από πριν ότι δεν θα προβούν σε βιαστικά συμπεράσματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λήψη απόφασης
    • αποφασιστικότητα
    • συμβουλή
    • τελική κρίση

Φράσεις παρόμοιες με "Decision" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Decision" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη