Μετάφραση του "Defeat" σε Ελληνικά

Οι Ακυρώνω, ματαιώνω, ήττα, νικώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Defeat" σε Ελληνικά.

Defeat
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακυρώνω, ματαιώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Defeat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

defeat verb noun γραμματική

(transitive) To overcome in battle or contest [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ήττα

    noun feminine

    The act of defeating or being defeated [..]

    He held until nightfall, preventing an even greater Union defeat!

    'ντεξε ως το σούρουπο, εμποδίζοντας έτσι μια μεγαλύτερη ήττα της ομοσπονδίας.

  • νικώ

    verb

    to overcome in battle or contest

    She is a mistress of the dark powers and it is said years ago she defeated mortality.

    Είναι κυρία των σκοτεινών δυνάμεων και λένε ότι χρόνια πριν, νίκησε τον θάνατο.

  • ανατρέπω

    verb

    to overcome in battle or contest

    Look, he defeated an entire officer camp in the Orleans Province.

    Κοίτα, ανέτρεψε ένα ολόκληρο στρατόπεδο αξιωματικών στην Επαρχία της Ορλεάνης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακύρωση
    • ακυρώνω
    • καταβάλλω
    • ματαίωση
    • διαψεύδω
    • αναιρώ
    • υποσκελίζω
    • καταστέλλω
    • βγάζω κπ νοκ άουτ
    • κάνω κπ ή κτ βίδες
    • κατατροπώνω

Εικόνες με "Defeat"

Φράσεις παρόμοιες με "Defeat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Defeat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη