Μετάφραση του "Demarcation" σε Ελληνικά

Οι Οριοθέτηση, διαχωρισμός, διαχωρισμός, οροθεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Demarcation" σε Ελληνικά.

Demarcation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οριοθέτηση, διαχωρισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Demarcation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

demarcation noun γραμματική

The act of marking off a boundary or setting a limit, notably by belligerents signing a treaty or ceasefire. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωρισμός

    noun masculine

    strictly defined separation

    But some customers feel that demarcating national markets is more realistic.

    Μέρος των αγοραστών αντίθετα θεωρεί ρεαλιστικότερο το διαχωρισμό εθνικών αγορών.

  • οροθεσία

    noun feminine

    act of marking off a boundary or setting a limit

    However, there are at the moment no negotiations on the final demarcation of the sea border.

    Ωστόσο, δεν διεξάγονται προς το παρόν διαπραγματεύσεις για την τελική οροθεσία των θαλασσίων συνόρων.

  • χάραξη ορίων

    feminine

    act of marking off a boundary or setting a limit

  • γραμμή

    noun feminine

    It's the demarcation line between two tectonic plates that are constantly moving.

    Είναι η γραμμή που χωρίζει δύο τεκτονικές πλάκες που κινούνται.

Φράσεις παρόμοιες με "Demarcation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ορ(ι)οθετούμαι από
  • σημείο οριοθέτησης
  • γραμμή · διαχωριστική γραμμή · μεθόριος γραμμή · οριοθετική γραμμή · οροθετική γραμμή
  • διαχωρίζω · οροθετώ
  • προσδιορίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Demarcation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη