Μετάφραση του "Destitute" σε Ελληνικά
Οι άπορος, φτωχός, ενδεής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Destitute" σε Ελληνικά.
destitute
adjective
verb
γραμματική
Lacking something; devoid; especially lacking money; poor, impoverished, poverty-stricken [..]
-
άπορος
adjectiveBecause whether you go destitute or not is at my say so.
Επειδή αν πεθάνετε άπορος ή όχι, κι αυτό το καθορίζω εγώ.
-
φτωχός
adjectiveFrank Wills died destitute at the age of 52.
Ο Φρανκ Γουίλς πέθανε φτωχός στα 52 του.
-
ενδεής
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φτωχοφαμελίτης
- πάμπτωχος
- στερημένος
- άθλιος
- απόκληρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Destitute " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Destitute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένδεια · ανέχεια · απορία
-
ένδεια · ανέχεια · απορία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη