Μετάφραση του "Detroit" σε Ελληνικά

Οι Ντητρόιτ, Ντιτρόιτ, ντιτρόιτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Detroit" σε Ελληνικά.

Detroit proper noun

The largest city and former capital of Michigan, a major port on the Detroit River, known as the traditional automotive center of the U.S. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ντητρόιτ

    largest city and former capital of Michigan

    The print belongs to a fellow out of Detroit.

    Το αποτύπωμα ανήκει σε έναν συνάδελφο από το Ντητρόιτ.

  • Ντιτρόιτ

    proper

    Detroit, Michigan

    I know never to buy property in Detroit.

    Ξέρω πως δεν πρέπει να αγοράσεις κάτι στο Ντιτρόιτ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Detroit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

detroit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντιτρόιτ

    In the civil war, detroit was the last stop for a slave before they escaped to freedom in canada.

    Στον εμφύλιο, το Ντιτρόιτ ήταν ο τελευταίος σταθμός ενός σκλάβου, πριν καταφύγει στον Καναδά.

Εικόνες με "Detroit"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Detroit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη