Μετάφραση του "Discharge" σε Ελληνικά

Οι Εκφορτίζω, απολύω, απαλλάσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Discharge" σε Ελληνικά.

Discharge
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκφορτίζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Discharge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

discharge verb noun γραμματική

To accomplish or complete, as an obligation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολύω

    verb

    (military) to release (a member of the armed forces) from service [..]

    He was discharged primarily for discussing it with his patients.

    Αρχικά, απολύθηκε επειδή το συζητούσε με τους ασθενείς του.

  • απαλλάσσω

    verb

    (military) to release (a member of the armed forces) from service

    approve the accounts and give the Director discharge

    εγκρίνει τους λογαριασμούς και απαλλάσσει το διευθυντή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού

  • απόλυση

    noun feminine

    act of expelling or letting go

    Ross was given a medical discharge because he lost hearing in one of his ears.

    Στον Ρος χορηγήθηκε ιατρική απόλυση, διότι έχασε την ακοή του από το ένα αυτί του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκπυρσοκροτώ
    • εκπλήρωση
    • αποστράτευση
    • εκφορτώνω
    • ξεφορτώνω
    • πυροδοτώ
    • εκκένωση
    • εξόφληση
    • εκτελώ
    • έκκριση
    • εκβολή
    • εκφορτίζω
    • πυροβολισμός
    • αποστρατεύω
    • αποφορτίζω
    • εκπληρώ
    • εξοφλώ
    • εκτόνωση
    • αφήνω
    • εκβάλλω
    • παραίτηση
    • αδειάζω
    • αθωώνω
    • αποβιβάζω
    • εκκενώνω
    • σχόλασμα

Φράσεις παρόμοιες με "Discharge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Discharge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη