Μετάφραση του "Disconnect" σε Ελληνικά

Οι Αποσυνδέω, αποσυνδέω, αποσύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disconnect" σε Ελληνικά.

Disconnect
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποσυνδέω

    Disconnect these, and then put two new ones on.

    Αποσυνδέω αυτά και θα βάλω αυτά τα δύο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disconnect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

disconnect verb noun γραμματική

A break or interruption in an existing connection, continuum, or process; disconnection. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποσυνδέω

    verb

    to remove the connection between an appliance and an electrical power source [..]

    Lets me disconnect anyone from their surrogate.

    Μου δίνει τη δυνατότητα να αποσυνδέω οποιονδήποτε από τον αντικαταστάτη του

  • αποσύνδεση

    noun feminine

    break in an existing connection [..]

    There's been a disconnect between the intellectual and manual.

    Υπάρχει μια αποσύνδεση μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.

  • κλείνω

    verb

    to remove the connection between an appliance and an electrical power source

    After that, we disconnect the call.

    Μετά θα κλείσω το τηλέφωνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποσύρομαι
    • αποκόβομαι
    • διακόπτω
    • διαχωρίζω
    • Αποσύνδεση
    • χάσμα
    • αναντιστοιχία
    • κόβω
    • κενό
    • ασυνεννοησία
    • διαφωνία
    • έλλειψη συννενόησης

Φράσεις παρόμοιες με "Disconnect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disconnect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη