Μετάφραση του "Discontent" σε Ελληνικά
Οι δυσαρέσκεια, ανικανοποίητος, δυσαρεστώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Discontent" σε Ελληνικά.
discontent
adjective
verb
noun
γραμματική
Dissatisfaction. [..]
-
δυσαρέσκεια
noun feminineBy endangering social justice, inequality provokes social unrest and discontent.
Η ανισότητα προκαλεί κοινωνική αναταραχή και δυσαρέσκεια θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική δικαιοσύνη.
-
ανικανοποίητος
Adjective -
δυσαρεστώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Discontent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Discontent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λαϊκή δυσαρέσκεια
-
ανικανοποίητος · δυσαρεστημένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη