Μετάφραση του "Discontinue" σε Ελληνικά

Οι Κατάργω, σταματώ, διακόπτω, παύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Discontinue" σε Ελληνικά.

Discontinue
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατάργω, σταματώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Discontinue " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

discontinue verb γραμματική

To stop a process; especially as regards commercial productions; to stop producing, making, or supplying something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόπτω

    verb

    The carrier must give at least six months' notice before discontinuing these services.

    Τα δρομολόγια μπορούν να διακόπτονται από τον αερομεταφορέα μόνον μετά από προειδοποίηση τουλάχιστον έξι μηνών.

  • παύω

    verb

    When a customer is late and a guy like Louie handles him, he discontinues to be a customer.

    Όταν κάποιος πελάτης αργεί να με πληρώσει και τον αντιμετωπίζει κάποιος σαν το Λούι, παύει να είναι πελάτης.

  • σταματώ

    verb

    It would be little short of calamitous were he to take offence and discontinue his visits here.

    Θα μπορούσε να ήταν λίγο καταστρεπτικός να είχε προσβληθεί και να είχε σταματήσει τις επισκέψεις του εδώ.

  • εμποδίζω

    verb

Φράσεις παρόμοιες με "Discontinue" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Discontinue" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη