Μετάφραση του "Dismiss" σε Ελληνικά

Οι Aπολύω, απορρίπτω, απολύω, αποπέμπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dismiss" σε Ελληνικά.

Dismiss
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Aπολύω, απορρίπτω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dismiss " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

dismiss verb γραμματική

To discharge; to end the employment or service of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολύω

    verb

    In Austria, a woman in a miniskirt has been dismissed because of her attire.

    Μια γυναίκα με μίνι φούστα, στην Αυστρία, απολύθηκε γιατί φορούσε ένα τέτοιο ένδυμα.

  • αποπέμπω

    verb
  • απορρίπτω

    verb

    On those points the plea must therefore be dismissed as clearly inadmissible.

    Ως προς τα σημεία αυτά ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διώχνω
    • αγνοώ
    • παραβλέπω
    • αμελώ
    • ματαιώνω
    • απαλλάσσω από
    • κηρύσσω έκπτωτο

Φράσεις παρόμοιες με "Dismiss" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dismiss" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη