Μετάφραση του "Disruption" σε Ελληνικά

Οι Διακοπή, διάσπαση, διάσπαση, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disruption" σε Ελληνικά.

Disruption
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακοπή, διάσπαση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disruption " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

disruption noun γραμματική

An interruption to the regular flow or sequence of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάσπαση

    noun

    This represents a significant disruption to the internal market which requires a solution at Community level.

    Το γεγονός αυτό αποτελεί σοβαρή διάσπαση της εσωτερικής αγοράς και απαιτεί λύση σε κονοτικό επίπεδο.

  • διακοπή

    noun feminine

    A disruption of that routine may be more difficult for him than Mark's death.

    Η διακοπή αυτής της ρουτίνας μπορεί να είναι πιο δύσκολη από τον θάνατο του Mark.

  • αναστάτωση

    noun feminine

    Machine learning is the technology that's responsible for most of this disruption.

    Η μηχανική μάθηση είναι η τεχνολογία που ευθύνεται κυρίως για αυτήν την αναστάτωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποδιοργάνωση
    • καταστολή
    • εξάρθρωση
    • παρακώλυση
    • διάρρηξη

Φράσεις παρόμοιες με "Disruption" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαταρακτική καινοτομία
  • διακόπτω
  • Δίκτυο ανεκτικό σε διακοπές
  • επαναστατική τεχνολογία
  • Δίκτυο ανεκτικό σε καθυστερήσεις / διακοπές
  • αναστατώνω · αποδιοργανώνω · απορρυθμίζω · αποσυντονίζω · διακόπτω · διαλύω · διασπώ · εξαρθρώνω · κάνω σαμποτάζ σε · παρακωλύω · παραλύω · προκαλώ αναστάτωση σε · σαμποτάρω · υπονομεύω
  • σπάω τη μονοτονία
  • ανατρεπτική καινοτομία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disruption" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη