Μετάφραση του "Distress" σε Ελληνικά

Οι Κίνδυνος, δύσκολη θέση, πόνος, θλίβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Distress" σε Ελληνικά.

Distress
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κίνδυνος, δύσκολη θέση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Distress " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

distress verb noun γραμματική

(Cause of) discomfort. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    An unpleasant, usually localized physical sensation that is often the result of an injury, disease or other ailment.

    I'd guess it's a distress signal to their savior.

    Υποθέτω ότι είναι ένα σημάδι πόνου για τη σωτηρία τους!

  • θλίβω

    verb

    cause strain or anxiety

    Over the passing of the years, it's suddenly beginning to distress me.

    Καθώς περνούν τα χρόνια, αρχίζει ξαφνικά να με θλίβει.

  • κίνδυνος

    noun masculine

    serious danger

    You sent out a distress call, you Should be expecting company.

    Εσύ έστειλες σήμα κινδύνου, θα έπρεπε να περιμένεις παρέα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγωνία
    • απελπισία
    • συμφορά
    • συντριβή
    • λύπη
    • στενοχωρώ
    • αναστατώνω
    • κατάσχω
    • δυστυχία
    • στενοχώρια
    • άλγος
    • θλίψη
    • δυσφορία
    • βασανίζω
    • βάσανο
    • κρίση (ψυχολογική)

Φράσεις παρόμοιες με "Distress" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Distress" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη