Μετάφραση του "Domain" σε Ελληνικά

Οι Πεδίο , τομέας, τομέας, πεδίο ορισμού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Domain" σε Ελληνικά.

Domain

Domain (biology)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πεδίο , τομέας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Domain " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

domain noun γραμματική

A geographic area owned or controlled by a single person or organization. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τομέας

    noun masculine

    group of related items [..]

    Initiatives to improve information exchange for the maritime domain have already been ongoing for some time.

    Πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών στον θαλάσσιο τομέα βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη εδώ και αρκετό καιρό.

  • πεδίο ορισμού

    noun neuter

    (mathematics) the set on which a function is defined [..]

  • επικράτεια

    noun feminine

    geographic area owned or controlled by a single person or organization [..]

    In Christendom’s domain fornication, adultery and homosexuality are rife everywhere.

    Στην επικράτεια του λεγόμενου Χριστιανικού κόσμου η πορνεία, η μοιχεία και η ομοφυλοφιλία επικρατούν παντού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλάδος
    • κτήση
    • πεδίο
    • κυριαρχία
    • χωρίο
    • κυριότητα
    • Επικράτεια
    • δικαιοδοσία
    • πλαίσιο
    • κόσμος
    • συνάρτηση
    • βάση γνώσεων
    • κτήματα
    • σφαίρα
    • σφαίρα επιρροής
    • τομέας εφαρμογής

Φράσεις παρόμοιες με "Domain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Domain" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη