Μετάφραση του "Domestic" σε Ελληνικά

Οι Εγχώριος, οικιακός, οικιακός, κατοικίδιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Domestic" σε Ελληνικά.

Domestic
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εγχώριος, οικιακός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Domestic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

domestic adjective noun γραμματική

Of or relating to the home. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικιακός

    adjective masculine

    of or relating to the home

    The three main users of water are agriculture, industry and the domestic sector.

    Οι τρεις κύριοι χρήστες ύδατος είναι ο γεωργικός, ο βιομηχανικός και ο οικιακός τομέας.

  • κατοικίδιος

    Table 1 does not provide data for domestic solipeds.

    Ο πίνακας 1 δεν προβλέπει δεδομένα για κατοικίδια μόνοπλα.

  • εγχώριος

    There's nothing on this guy that involves the United States, for sure not domestically.

    Δεν υπάρχει τίποτα στον τύπο που να τον εμπλέκει με τις ΗΠΑ, τουλάχιστον, εγχώριος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπιτικός
    • σπιτίσιος
    • εσωτερικός
    • οικόσιτος
    • γυναίκα
    • ενδοοικογενειακός
    • ημεδαπός, -ή, -ό

Εικόνες με "Domestic"

Φράσεις παρόμοιες με "Domestic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Domestic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη