Μετάφραση του "Dominic" σε Ελληνικά
Το Δομήνικος είναι η μετάφραση του "Dominic" σε Ελληνικά.
Dominic
proper
noun
A male given name, best known for the Spanish saint who founded the Dominican order. [..]
-
Δομήνικος
male given name
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Dominic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Dominic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επικρατέστερος, υπερισχύων
-
κυρίαρχο στοιχείο ελέγχου
-
ανδροκρατικός, φαλλοκρατικός · ανδροκρατούμενος
-
Κοσμοκρατορία · παγκόσμια κυριαρχία
-
επικρατούν μήκος κύματος
-
ασώματες δυνάμεις
-
δεσπόζω · επικρατώ · κυριαρχώ
-
δεσπόζω · διευθύνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη