Μετάφραση του "Drawing" σε Ελληνικά

Οι Σχέδιο, Ελκυσμός, σχέδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Drawing" σε Ελληνικά.

Drawing
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχέδιο

    Drawings of the protective device and of its mounting on the vehicle: ...

    Σχέδια της πρoστατευτικής διάταξης και της τoπoθέτησής της στο όχημα: ...

  • Ελκυσμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Drawing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

drawing noun verb γραμματική

Present participle of draw. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέδιο

    noun neuter

    picture, likeness, diagram or representation [..]

    When she saw my drawings she said she'd help me get into the university.

    Όταν είδε τα σχέδια μου είπε ότι θα με βοηθήσει να μπω στο πανεπιστήμιο.

  • κλήρωση

    noun feminine

    action where the outcome is selected by chance using a draw

    The security for applications which are not successful in the allocation by drawing lots shall be released immediately.

    Η εγγύηση για τις αιτήσεις που δεν ικανοποιούνται στο πλαίσιο της χορήγησης με κλήρωση αποδεσμεύεται αμέσως.

  • σχεδίασμα

    noun neuter

    picture, likeness, diagram or representation

    6.2 drawing or direct print with scale

    6.2 σχεδίασμα ή απ' ευθείας εκτύπωση σε κλίμακα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σχεδίαση
    • άντληση υγρού
    • έκδοση συναλλαγματικής
    • έλξη
    • σχεδιάγραμμα
    • τράβηγμα
    • σχεδιασμός
    • αποσύρω
DRaWing
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχεδίου

    Drawings of the protective device and of its mounting on the vehicle: ...

    Σχέδια της πρoστατευτικής διάταξης και της τoπoθέτησής της στο όχημα: ...

Εικόνες με "Drawing"

Φράσεις παρόμοιες με "Drawing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σχεδίου
  • σχέδιο (διακόσμηση)
  • · έλκω · αδειάζω · αιτούμαι · αναπαριστάνω · αναρροφώ · ανασύρω · αντλώ · απαιτώ · απεικονίζω · αποδίδω · αποσπώ · αποσύρω · βγάζω · γίνομαι στόχος (+Γεν.) · διαπερνώ · εικονίζω · εκδίδω · εκμαιεύω · ελκύω · εξεντερώνω · επισύρω · ζωγραφίζω · ισοβαθμία · ισοπαλία · ισοφαρίζω · ιχνογραφώ · καρπώνομαι · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · κινούμαι · κλήρωση · μαζεύω · μειώνώ · ξεκοιλιάζω · περιγράφω · περνώ · πλάθω · πλησιάζω · προκαλώ · προσεγγίζω · προσελκύω · σέρνω · σκιτσάρω · σουρώνω · συμπεραίνω · συντάσσω · συρματοποιώ · σχεδιάζω · σύρω · τραβάω · τραβάω χαρτί · τραβώ · τραβώ χαρτί · φέρνω · χαμηλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Drawing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη