Μετάφραση του "Drown" σε Ελληνικά
Οι πνίγομαι, πνίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Drown" σε Ελληνικά.
drown
verb
γραμματική
(intransitive) To be suffocated in water or other fluid; to perish by such suffocation. [..]
-
πνίγομαι
verbto be suffocated in fluid
Someone or something just tried to drown me in a tank of blood.
Κάποιος ή κάτι πήγε να με πνίξει σε μια δεξαμενή με αίμα.
-
πνίγω
verbto deprive of life by immerson in liquid
Someone or something just tried to drown me in a tank of blood.
Κάποιος ή κάτι πήγε να με πνίξει σε μια δεξαμενή με αίμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Drown " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Drown" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτοκτονία με πνιγμό · πνιγμός
-
πνιγμένος
-
πνίγομαι · πνίγω
-
Η Πλημμύρα
-
Όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει
-
πνίγομαι από, σε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη